|
Από τις εκδόσεις Σμίλη κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Αποστόλη Αρτινού, Τα γράμματα της Ντόρας. Ακολουθεί αποκλειστική συνέντευξη στο AmfissaPress καθώς και απόσπασμα από το βιβλίο.
Αποστόλη σε ευχαριστώ πολύ που αποδέχτηκες την πρόταση μου για μια συνέντευξη.
Εγώ σ’ ευχαριστώ.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ασχολείσαι τελευταία με την περιοχή της Άμφισσας. Πριν λίγους μήνες πραγματοποιήθηκε στην Χάρμαινα το «The Symptom Project», μια εικαστική έκθεση σύγχρονων καλλιτεχνών που επιμελήθηκες, και η οποία βρήκε μεγάλη ανταπόκριση απ’ το κοινό. Τώρα, «επανέρχεσαι» με ένα νέο βιβλίο, ένα μυθιστόρημα που βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία της πόλης. Εμπνέεσαι από αυτόν τον τόπο;
Όχι. Δεν είναι το θέμα μου η Άμφισσα, αλλά ούτε και το θέμα του βιβλίου, αν και το τοπίο της διαγράφεται μέσα απ’ τις σελίδες του. Είναι βέβαια η καταγωγική μου αναφορά, όσο μεγαλώνω τόσο μ’ αρέσει και να επιστρέφω. Μου λες ότι με αυτό το βιβλίο «επανέρχομαι» και είναι κατά κάποιον τρόπο σωστό αυτό, όταν αποχωρίζεσαι κάτι πρέπει να εφευρίσκεις μετά τρόπους και μέσα για να επιστρέφεις. Σαν να χρειάζεσαι μια δικαιολογία, έναν λόγο για να μπορέσεις να το κάνεις. Επιστρέφουμε πάντα κάπως. Η επιστροφή είναι ήττα και πρέπει αυτό κάπως να το δικαιολογήσεις στον εαυτό σου.

Τα γράμματα της Ντόρας πώς προέκυψαν; Τί σε παρακίνησε να γράψεις γι’ αυτή την ιστορία που αν και βασίζεται σε αληθινά γεγονότα, την χαρακτηρίζεις μυθιστόρημα;
Τα γράμματα της Ντόρας είναι ένα μυθιστόρημα βασισμένο σ’ ένα πραγματικό υλικό, σε μια αλληλογραφία, που όμως υπέστη τη μεταμορφωτική χειρονομία της λογοτεχνίας. Είναι ας πούμε μια λογοτεχνία του πραγματικού, ίχνη ζωής που ανιχνεύονται τώρα πια μέσα απ’ τις σελίδες ενός βιβλίου.
Πώς έφτασαν αυτά τα γράμματα στα χέρια σου;
Το πώς έφθασαν σε μένα είναι κάτι που το κρατώ για τον εαυτό μου, και δεν έχει άλλωστε για τον αναγνώστη και πολύ μεγάλη σημασία. Σημασία έχει η αυθεντικότητα τους, αυτή που προσπάθησα και να προστατεύσω στη μετά-τόπιση που υπέστησαν.
Πώς ένιωσες όταν τα διάβασες για πρώτη φορά;
Συγκίνηση. Και επειδή η συγκίνηση είναι κίνηση, κάτι αυτά τα γράμματα έπρεπε να τα κάνω. Έδειχναν και τα ίδια άλλωστε ότι ήθελαν να πάνε κάπου αλλού. Σ’ αυτό το αλλού της λογοτεχνίας.
Χρειάστηκε να τα επεξεργαστείς για να τα εντάξεις στο μυθιστόρημα;
Τα επεξεργάστηκα λίγο γιατί όπως σου προείπα η έγνοια μου ήταν να μην χάσουν την αυθεντικότητα τους, την αληθινότητα του ίχνους τους. Από την άλλη όλο το υλικό του βιβλίου είναι μια μυθιστορηματική κατασκευή, οι χειρονομίες που υπέστησαν αυτά τα γράμματα, όσο ελάχιστες και αν φαίνονται στον ανυποψίαστο αναγνώστη, τα αποκαλύπτουν σε μια άλλη σκηνή, δεν είναι πλέον απλώς τα γράμματα μιας ερωτευμένης γυναίκας. Είναι τα από-καλυπτικά σημεία τώρα αυτής της ανθρωπολογικής εκτροπής που συμβαίνει στον άνθρωπο όταν εγκαταλείπεται στην σαγήνη του άλλου, από-καλυπτικά σημεία εν τέλει της μοναξιάς του κι αυτό μόνο.
Διαβάζουμε μόνο τα "γράμματα της Ντόρας". Οι απαντήσεις του άλλου;
Τις απαντήσεις του, τις όποιες αυτές, τις βλέπουμε μέσα στις απορίες της Ντόρας. Στον έρωτα, πάντα ο άλλος, είναι εκεί με τη σιωπή του. Λέει κάπου ο Χειμωνάς: «Θέλει σκοτάδι ο έρωτας για να μην φαίνεται ότι ο άλλος λείπει». Έχουν πολύ σκοτάδι αυτά Τα γράμματα της Ντόρας.
Οι ήρωες είναι εν ζωή; Είχες επαφή μαζί τους πριν ξεκινήσεις να γράφεις;
Όχι δεν ζει κανείς απ’ τους δυο πια. Αλλά και να ζούσαν δεν θα θελα την επαφή τους, ήθελα να δουλέψω αυτά τα γράμματα αποστασιοποιημένα. Ήθελα τη δική μου εκδοχή, όχι τη δική τους, ακόμη καλύτερα την εκδοχή των γραμμάτων. Ήθελα να μου μιλήσουν μόνον αυτά, όπως και το έκαναν. Τα κιτρινισμένα τους φύλλα, τα ξηραμένα πέταλα που χαν φωλιάσει στις σελίδες τους και τα ίχνη από κόκκινο κραγιόν.
Πόσο έχει αλλάξει η Άμφισσα του τότε και του τώρα; Θα μπορούσε κατά την γνώμη σου να υπάρξει ένα τέτοιο love story στις μέρες μας;
Στα γράμματα αυτά αποκαλύπτεται μια σκληρή επαρχία, ένα ασφυκτικό πλαίσιο ζωής, εχθρικό για την περίπτωση αυτών των δύο ερωτευμένων ανθρώπων. Η Ντόρα όμως το αντιμάχεται γενναία, το ξεφτιλίζει, το αποδιώχνει από πάνω της. Με συγκίνησε πολύ αυτό. Πόσο έχει αλλάξει αυτό από τότε; Δεν είμαι σίγουρος, δεν το ξέρω πια. Κατά τ’ άλλα ο έρωτας είναι πέρα απ’ τον χρόνο, εδράζεται στον πυρήνα του ανθρώπου. Μπορεί να μην γράφουμε σήμερα πολυσέλιδες ερωτικές επιστολές στον άλλον, αλλά του στέλνουμε φλογισμένα sms και e-mails, και καρδιοχτυπούμε στα δευτερόλεπτα της απάντησης του, που σχεδόν πάντα αργεί.
Σε ευχαριστώ πολύ Αποστόλη για τον χρόνο σου και καλή επιτυχία στο βιβλίο σου!
Κι εγώ σ’ ευχαριστώ πολύ Ηλιάννα.
Συνέντευξη: Ηλιάνα Ψιμούλη
Απόσπασμα από το βιβλίο:
Τα γράμματα βρίσκονταν πάντα εκεί, μέσα στο γιαπωνέζικο τσίγκινο κουτάκι τους, το σφραγισμένο με βουλοκέρι, στην εντοιχισμένη ντουλάπα της κρεβατοκάμαρας, κάτω από στοίβες παλαιών βιβλίων, με κιτρινισμένα φύλλα και φθαρμένες ράχες. Δεν μιλούσε γι αυτά αλλά δεν ήταν και κανένα μυστικό. Ήταν γνωστή η σχέση του με κάποια Ντόρα, πολλά χρόνια πριν τον πρώτο του γάμο. Όταν το κουτάκι ανοίχθηκε ο Φώτης είχε ήδη φύγει. Πως φεύγει κανείς; Πήρα τα γράμματα στην Αθήνα, δεν μπορούσα να τα διαβάσω αμέσως, έπρεπε να περάσει λίγος χρόνος, λίγος ακόμη, τα γράμματα ήξεραν να περιμένουν. Θαύμαζα μόνο τον γραφικό τους χαρακτήρα, τη συχνότητά τους, τα γραμματόσημα της εποχής με τις βασιλικές σφραγίδες, την μυρωδιά τους, γράμματα όλα μιας γυναίκας, που αγαπούσε πολύ. Ύστερα ήρθαν και τα κιτρινισμένα τους φύλλα, τα αποξηραμένα πέταλα που χαν φωλιάσει στις διπλωμένες σελίδες, τα ίχνη από κραγιόν που διέγραφαν δυο χείλη, τα πολλά λόγια, λόγια που γέμιζαν σελίδες, πολλές σελίδες σε κάθε φάκελο. Δεν υπήρχαν τα λόγια του Φώτη. Μόνο τα γράμματα της Ντόρας, που έπαιρναν τη θέση τους σ’ αυτό το κουτάκι που του χε στείλει η ίδια για να φυλάσσει την αλληλογραφία τους.
Όταν άρχισα να διαβάζω τα γράμματα ήξερα λίγα πράγματα γι' αυτή, μόνο ότι ήταν γιατρός, διορισμένη στα μέσα του 50 στην Άμφισσα, μια ιδιόμορφη προσωπικότητα, αντικομφορμιστική, και ότι η σχέση της με το Φώτη υπήρξε τρικυμιώδης. Διαβάζοντας τα δεν έμαθα και περισσότερα, η ερωτική αλληλογραφία δεν πληροφορεί, απλώς μιλά, μιλά σε αυτόν που δεν μιλά, που κρύβεται μέσα στους αδύναμους αντικατοπτρισμούς του. Τον Φεβρουάριο του 57 η Ντόρα φεύγει από την Άμφισσα γιατί διορίζεται στα Τρίκαλα. Δεν πηγαίνει όμως αμέσως αλλά μένει για λίγες μέρες στο πατρικό της στην Αθήνα, απ’ όπου και τα πρώτα της γράμματα προς τον Φώτη. Οι επιστολές αυτές στέλνονταν ταχυδρομικά αλλά και με το λεωφορείο του ΚΤΕΛ. Έμπαιναν μέσα σ' ένα βιβλίο και ταξίδευαν. Δυο, τρία γράμματα την ημέρα. Ήθελε να πληροφορεί στο Φώτη την κάθε στιγμή της, να τον κάνει κοινωνό της καθημερινότητα της. Το μόνο όμως που κατορθώνει είναι να εκθέτει το πάθος της, αυτό που τελικά δεν πληροφορείται. Είναι τόσο έντονος ο τόνος των συναισθημάτων της που διασαλεύει κάθε δυνατότητα δομής, κάθε συνθήκη οργάνωσης. Γίνεται έτσι μια αφόρητη γλώσσα, αυτή η γλώσσα της αναμονής. Η αλληλογραφία τους θα διαρκέσει έναν ολόκληρο χρόνο. Θα του μιλά σχεδόν καθημερινά, παράφορα, όπως κάθε ερωτευμένος. Θα ξενυχτά γράφοντας, «έγινε ολόκληρη η ζωή μου μια συνεχής πέννα που γράφει», θα θυμάται, τα χρόνια που πέρασαν μαζί, τις τρυφερές τους στιγμές, τις εντάσεις, τη συμφιλίωση που ακολουθούσε, το τοπίο του ελαιώνα, τα σοκάκια της πόλης. Ο Φώτης θα σιωπά. Πως αλλιώς…

|
Σχόλια
Τροφοδοσία RSS για τα σχόλια αυτού του άρθρου.